Δέκα κρίσιμες αλήθειες για την υπόθεση της Κέρκυρας

aok-sima-1440x764_c

Η ΠΑΕ Κασσιόπη είναι η ποδοσφαιρική ομάδα της Κέρκυρας, η οποία ουσιαστικά αντικατέστησε την ΠΑΕ Κέρκυρα (που τέθηκε σε εκκαθάριση), απαλλαγμένη όμως από τα χρέη της. Για τις περιπτώσεις αυτές, ο νόμος, προσπαθώντας να θέσει κάποιες στοιχειώδεις δικλείδες ασφαλείας ώστε να αποτρέπει ακραία καταχρηστικές συμπεριφορές («συμμετέχω στο πρωτάθλημα με μια ΠΑΕ που από κάποια στιγμή και μετά δεν εκπληρώνει τις οικονομικές της υποχρεώσεις – όταν τα χρέη συσσωρευτούν, γυρίζω στο ερασιτεχνικό, θέτω σε εκκαθάριση την παλιά και ιδρύω νέα ΠΑΕ – σε δύο ή τρία χρόνια, ανάλογα την κατηγορία, επιστρέφω στο πρωτάθλημα που ήμουν, απαλλαγμένος όμως τελείως απ’ όλα τα παλιά χρέη»), έχει προβλέψει ότι μεγαλομέτοχοι της παλιάς ΠΑΕ δεν μπορούν να συμμετέχουν στη νέα πριν περάσει τουλάχιστον μία δεκαετία από τη λύση της πρώτης.

Στην περίπτωση της Κέρκυρας όλα έβαιναν ομαλά, ώσπου αιφνιδίως ήλθε στη δημοσιότητα ένα ιδιωτικό συμφωνητικό (με ημερομηνία 17.12.2013), απ’ το οποίο προέκυπτε ότι παλιός μεγαλομέτοχος της ΠΑΕ Κέρκυρα ήταν αυτός που μαζί με ένα άλλο πρόσωπο συνέχιζε να ελέγχει το 100% της νέας ΠΑΕ (οι δύο τους είχαν συνάψει αυτό το συμφωνητικό), ορίζοντας ρητά και απροκάλυπτα ότι σ’ αυτόν θα ανήκε πάντοτε το 65% και στον άλλο το 35% της ΠΑΕ, οποιαδήποτε πρόσωπα κι αν εμφάνιζαν κάθε φορά ως μετόχους. Μάλιστα, είναι χαρακτηριστικό ότι το συμφωνητικό αυτό υπογράφηκε με αφορμή ακριβώς μεταβίβαση του 65% σε κάποιο τρίτο πρόσωπο, προκειμένου δηλαδή να επιβεβαιωθεί η προαναφερόμενη βασική τους συμφωνία, για την οποία, εξάλλου, προέκυπτε ότι είχε συναφθεί μεταξύ τους ένα προηγούμενο, βασικό, Μνημόνιο Συνεργασίας, στο οποίο σχετική ρητή αναφορά έκανε το προαναφερόμενο από 17.12.2013 συμφωνητικό.

Όταν το συμφωνητικό αυτό βγήκε στη δημοσιότητα, μετά από καταγγελία του Εργοτέλη ως ενδιαφερόμενης ομάδας, επιλήφθηκε η Επιτροπή Επαγγελματικού Αθλητισμού (ΕΕΑ), η οποία, αφού επιβεβαίωσε τη γνησιότητά του και ερεύνησε περαιτέρω την υπόθεση, διαπίστωσε ότι πράγματι είχε συντελεσθεί σοβαρή παραβίαση των διατάξεων του αθλητικού νόμου σχετικά με το πρόσωπο των μετόχων και, κατ’ εφαρμογή αυτών των διατάξεων, απέστειλε στο αρμόδιο πειθαρχικό όργανο του ποδοσφαίρου (Πρωτοβάθμια Πειθαρχική Επιτροπή -ΠΠΕ- της Super League) σχετική έκθεση για να επιβάλει την προβλεπόμενη από το νόμο (άρθρο 69 παρ. 12) ποινή αποβολής απ’ το πρωτάθλημα. Προς γενική κατάπληξη, όμως, αντί να συμβεί αυτό, η ομάδα της Κέρκυρας απηλλάγη.

Η απρόσμενη αυτή αθωωτική απόφαση, παρά την προηγηθείσα αντίθετη κρίση της ΕΕΑ, έχει ήδη προκαλέσει έντονες συζητήσεις και σχόλια, συμβολίζοντας στα μάτια πολλών, δίκαια ή άδικα, την πεισματική άρνηση του ελληνικού ποδοσφαίρου να δεχθεί την επιβολή της νομιμότητας στα του οίκου του. Δεν γνωρίζουμε αν η συγκεκριμένη απόφαση παραμείνει ή  ανατραπεί τελικά σε δεύτερο βαθμό. Σε κάθε όμως περίπτωση, επειδή ορισμένα σημεία της θα ήταν εξαιρετικά επικίνδυνο να αφεθούν να συνεχίσουν στο διηνεκές το ταξίδι τους στο αθλητικό νομικό σύμπαν, αποτελώντας πραγματικά μία μαύρη τρύπα η οποία θα μπορεί να εξαφανίζει και στο μέλλον αντίστοιχες προσπάθειες εφαρμογής του νόμου σε ολοφάνερα παράνομες καταστάσεις, επιβάλλεται να επιχειρηθούν ορισμένες αναγκαίες απαντήσεις:

1. Οι διατάξεις του αθλητικού νόμου για τον έλεγχο των μετόχων δεν αποσκοπούν μόνο στην καταπολέμηση της πολυιδιοκτησίας.

Βασική θέση της απαλλακτικής απόφασης της Πρωτοβάθμιας Πειθαρχικής Επιτροπής της Super League (ΠΠΕ) είναι ότι οι διατάξεις του αθλητικού νόμου που αφορούν στο πρόσωπο των μετόχων -δηλαδή οι διατάξεις του άρθρου 69- έχουν ως αποκλειστικό στόχο την καταπολέμηση της πολυιδιοκτησίας. Και, συνεπώς, για να επιβληθεί η κύρωση που προβλέπεται στην παράγραφο 12 του άρθρου αυτού (αποβολή απ’ το πρωτάθλημα) πρέπει να έχει διαπιστωθεί κάποια σοβαρή παράβαση, μέσω της οποίας, κατά την ΠΠΕ, «να έχει γίνει προσπάθεια υπέρβασης ή καταστρατήγησης της απαγόρευσης της «πολυιδιοκτησίας», την οποία ο νομοθέτης επιχείρησε να καταπολεμήσει με το συγκεκριμένο άρθρο», κάτι που πράγματι στην περίπτωση της Κέρκυρας δεν συντρέχει.

Αυτή όμως η θέση της ΠΠΕ συνιστά μία απολύτως αυθαίρετη συρρίκνωση του πεδίου εφαρμογής του άρθρου 69 του αθλητικού νόμου, όχι μόνο προφανώς αντίθετη με τους σκοπούς του νομοθέτη (ο οποίος στην αιτιολογική έκθεση του ν. 3057/2002, που πρόσθεσε το συγκεκριμένο άρθρο, ουδόλως αναφέρει την καταπολέμηση της πολυιδιοκτησίας ως την αποκλειστική του στόχευση, αλλά αντίθετα, προτάσσει ως στόχο των σχετικών διατάξεων «τη  διαφάνεια του ιδιοκτησιακού καθεστώτος των Α.Α.Ε.»), αλλά και ευθέως ασύμβατη με το ίδιο το γράμμα και το περιεχόμενο της διάταξης. Είναι μάλιστα χαρακτηριστικό ότι από τις 15 συνολικά παραγράφους του άρθρου 69, μόνο οι 4 σχετίζονται με την πολυιδιοκτησία… Σε κάθε πάντως περίπτωση, στις διατάξεις αυτές (του άρθρου 69, αλλά και του 69Α, στο οποίο το προηγούμενο ρητά παραπέμπει όταν πρόκειται για απόκτηση μετοχών άνω του 2% ή του 33%, κατά περίπτωση) προβλέπεται πλήθος θετικών και αρνητικών προϋποθέσεων για την απόκτηση της ιδιότητας του μετόχου: προϋποθέσεις για τα φυσικά και -άλλες- για  τα νομικά πρόσωπα, διαφορετικές προϋποθέσεις και περιορισμοί όταν πρόκειται για πρόσωπα με ιθαγένεια τρίτης χώρας, απαγορεύσεις για τους εν ενεργεία αθλητές, προπονητές, διαιτητές, παρατηρητές διαιτησίας, διαμεσολαβητές, ιδιοκτήτες πρακτορείων ΠΡΟΠΟ, απαγορεύσεις κτήσης της ιδιότητας του μετόχου για ποσοστό άνω του 2% όταν υπάρχουν συγκεκριμένες ποινικές καταδίκες ή όταν έχουν επιβληθεί ποινές της Επιτροπής Φιλάθλου Πνεύματος κλπ. Όλα τα προαναφερόμενα δεν αφορούν καθόλου την απαγόρευση της πολυιδιοκτησίας, για την οποία  προβλέπονται άλλες απαγορεύσεις και περιορισμοί.

Συμπέρασμα: ο έλεγχος του προσώπου των μετόχων κάθε ανώνυμης αθλητικής εταιρείας ξεπερνά κατά πολύ το μερικότερο στόχο της καταπολέμησης της πολυιδιοκτησίας, γι αυτό και προκαλεί κατάπληξη η σχετική θέση της ΠΠΕ. Ο έλεγχος του προσώπου των μετόχων είναι αναγκαίος για να διασφαλισθεί η προβλεπόμενη και από το Σύνταγμα εποπτεία του κράτους στον αθλητισμό, ιδίως με τον έλεγχο κάθε φορά των προϋποθέσεων, αλλά και των ποικίλων απαγορεύσεων και περιορισμών για την απόκτηση ή και διατήρηση της ιδιότητας του μετόχου ανώνυμης αθλητικής εταιρείας. Αυτονόητη δε προϋπόθεση για τον θεμελιώδη αυτόν έλεγχο του προσώπου των μετόχων είναι ότι τα πρόσωπα που ελέγχονται είναι τα αληθή. Όπως αναφέρεται και στην απόφαση της ΕΕΑ,  «η χρησιμοποίηση άλλων, παρένθετων, προσώπων ή τεχνασμάτων ή εικονικών συμφωνιών ή αντεγγράφων ή εν γένει οποιονδήποτε άλλων μεθοδεύσεων που έχουν ως αποτέλεσμα την απόκρυψη του αληθούς προσώπου του μετόχου συνιστά βαρύτατη παραβίαση των σχετικών διατάξεων του νόμου, αφού σκοπεί ευθέως στην καταστρατήγηση των σκοπών του και, βεβαίως, δεν μπορεί να γίνει ανεκτή.»

2. Η έκθεση του άρθρου 69 παρ. 12 είναι διάφορη αυτής του άρθρου 77Α παρ. 2.

Η ΠΠΕ, προκειμένου να καταλήξει στην απόφασή της για μη αποβολή της ομάδας της Κέρκυρας απ”  το πρωτάθλημα, επικαλείται και τη διάταξη του άρθρου 77Α παρ. 2 του αθλητικού νόμου, στην οποία προβλέπεται η σύνταξη έκθεσης εκ μέρους της ΕΕΑ μετά από κάθε έλεγχο που διενεργεί. Η έκθεση αυτή υποβάλλεται υποχρεωτικά στον Υπουργό Πολιτισμού, στο Δ.Σ. του οικείου επαγγελματικού συνδέσμου και σε αυτούς τους οποίους αφορά ο έλεγχος, σε περίπτωση δε διαπίστωσης παραβάσεων, η ΕΕΑ έχει την υποχρέωση να περιλάβει σ” αυτή την έκθεσή της και τις κατά την κρίση της ενδεικνυόμενες ενέργειες για τυχόν διοικητικές, διαχειριστικές, πειθαρχικές ή ποινικές ευθύνες των ελεγχομένων.

Πλην όμως, η επίκληση από την ΠΠΕ της προαναφερόμενης έκθεσης της παρ. 2 του άρθρου 77Α είναι εντελώς αλυσιτελής, αφού άλλη είναι η έκθεση του άρθρου 69 παρ. 12, το οποίο εφαρμόζεται εν προκειμένω. Πράγματι, η παρ. 12 του άρθρου 69 ορίζει: «Σε περίπτωση κατά την οποία παραβιασθεί κάποια από τις διατάξεις των προηγούμενων παραγράφων με υπαιτιότητα των οργάνων της ΑΑΕ, η ομάδα της αποβάλλεται από το πρωτάθλημα, με απόφαση του οικείου δικαιοδοτικού οργάνου, το οποίο επιλαμβάνεται ύστερα από έκθεση της Επιτροπής Επαγγελματικού Αθλητισμού ή μετά από προσφυγή όποιου έχει έννομο συμφέρον.» Από τα προαναφερόμενα είναι προφανές πως η έκθεση της ΕΕΑ σε περιπτώσεις παραβίασης των διατάξεων του άρθρου 69 είναι ειδική και εντελώς άσχετη με αυτή που συντάσσει μετά τη διενέργεια των ελέγχων της, σύμφωνα με το άρθρο 77Α παρ. 2.  Αυτό, άλλωστε, αποδεικνύεται και απ΄ το ότι για την εφαρμογή της παρ. 12 του άρθρου 69 η έκθεση της ΕΕΑ δεν είναι καν απαραίτητη για την επιβολή της προβλεπόμενης ποινής (αποβολή απ΄ το πρωτάθλημα), δεδομένου ότι, όπως ρητά εκεί ορίζεται, το αρμόδιο δικαιοδοτικό όργανο μπορεί να επιληφθεί και μετά από προσφυγή κάποιου που έχει έννομο συμφέρον.

Σε κάθε περίπτωση πάντως, η ΠΠΕ επιλήφθηκε της υπόθεσης μετά από έκθεση που η ΕΕΑ απέστειλε, διευκρινίζοντας ρητά ότι πρόκειται για την έκθεση της παρ. 12 του άρθρου 69. («Τέλος, δεδομένου ότι……………………. συντρέχει η περίπτωση της παραγράφου 12 του άρθρου 69 του ν. 2725/99 και, συνεπώς, η Επιτροπή διαβιβάζει την παρούσα απόφασή της ως «Έκθεση» κατά την έννοια της προαναφερόμενης διάταξης στο αρμόδιο δικαιοδοτικό όργανο για να πράξει τα δέοντα…).

Συνεπώς, παρέλκει οποιαδήποτε περαιτέρω αναφορά, κακώς δε η ΠΠΕ επικαλείται την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 77Α.

3. Η ανάκληση του πιστοποιητικού της παρ. 3 του άρθρου 77Α δεν αποτελεί προϋπόθεση για την αποβολή της ομάδας απ΄ το πρωτάθλημα σύμφωνα με την παρ. 12 του άρθρου 69.

Η ΠΠΕ, προκειμένου να καταλήξει στην απόφασή της, επικαλείται και τη διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 77Α, σύμφωνα με την οποία «3. Πριν από την έναρξη κάθε αγωνιστικής περιόδου, κάθε Α.Α.Ε. ή Τ.Α.Α. οφείλει να προσκομίσει στην οικεία διοργανώτρια αρχή, πιστοποιητικό της Επιτροπής περί τήρησης των υποχρεώσεων που προβλέπονται από τον παρόντα νόμο. Η Επιτροπή, στο πλαίσιο των παραπάνω αρμοδιοτήτων της, δεν χορηγεί το ανωτέρω πιστοποιητικό σε περιπτώσεις διαπίστωσης σοβαρών ή καθ’ υποτροπήν παραβάσεων του νόμου, για λόγους που αφορούν στο δημόσιο συμφέρον, καθώς και σε ……………………………..». Σύμφωνα με την ΠΠΕ, δεδομένου ότι από την ανωτέρω διάταξη, σε συνδυασμό με τα αντιστοίχως οριζόμενα στον Πειθαρχικό Κώδικα της Ε.Π.Ο., προκύπτει ότι εφόσον διαπιστώνεται σοβαρή παράβαση του νόμου η Ε.Ε.Α. δεν χορηγεί το ανωτέρω πιστοποιητικό  και, κατ’ απόλυτη λογική ακολουθία, ότι αν στο μεταξύ το έχει ήδη χορηγήσει, τότε πρέπει να το ανακαλεί, συνάγεται ότι «προϋπόθεση για την επιβολή της ποινής της αποβολής της ομάδας μίας Α.Α.Ε. από ένα επαγγελματικό πρωτάθλημα είναι η προηγούμενη μη χορήγηση ή η ανάκληση του πιστοποιητικού της παρ. 3 του άρθρου 77Α του Ν. 2725/1999″. Αφού λοιπόν,  κατά την ΠΠΕ, η ΕΕΑ δεν ανακάλεσε το πιστοποιητικό της ΠΑΕ Κασσιόπη, δεν μπορεί να της επιβληθεί η ποινή της αποβολής απ΄ το πρωτάθλημα.

Η θέση όμως αυτή παραγνωρίζει τη ρητή ειδική διάταξη της παραγράφου 12 του άρθρου 69, η οποία, όπως προαναφέρεται, κατά τρόπο απολύτως αυτόνομο και συγκεκριμένο, όταν συντρέχουν οι εκεί προβλεπόμενες προϋποθέσεις, προβλέπει την αποβολή μιας ομάδας απ΄ το πρωτάθλημα, χωρίς καθόλου αυτό να συνδέεται ή να εξαρτάται απ΄ οποιαδήποτε άλλη διάταξη ή διαδικασία πλην αυτής που πολύ συγκεκριμένα η παρ. 12 προβλέπει. Συνεπώς, είναι απολύτως εσφαλμένη και αυθαίρετη η  επίκληση απ΄ την ΠΠΕ της παρ. 3 του άρθρου 77Α, η οποία δεν είναι αυτή που εφαρμόζεται εν προκειμένω.

Επειδή μάλιστα η ΠΠΕ προβάλλει περαιτέρω το επιχείρημα ότι αντίθετη ερμηνευτική προσέγγιση θα οδηγούσε στο νομικό παράδοξο  να είναι νομικά δυνατή η επιβολή της ποινής της αποβολής μίας ομάδας από το πρωτάθλημα για σοβαρές παραβάσεις της νομοθεσίας, ενώ ταυτοχρόνως να υπάρχει πιστοποιητικό που βεβαιώνει την πλήρη συμμόρφωσή της με το νόμο, επισημαίνεται ότι κατά το χρόνο που η ΕΕΑ εξέτασε την υπόθεση και απεφάνθη περί αυτής, διαβιβάζοντας και τη σχετική έκθεσή της κατ΄ εφαρμογήν της παρ. 12 του άρθρου 69, το πρωτάθλημα είχε πλέον ολοκληρωθεί, το ίδιο δε το πιστοποιητικό (που η διάρκεια της ισχύος του ταυτίζεται με τη διάρκεια του πρωταθλήματος, για την οποία και μόνο κάθε χρόνο χορηγείται) είχε αυτοδικαίως παύσει να ισχύει! Επομένως, η ανάκληση του πιστοποιητικού που ζητά η ΠΠΕ ούτε τίθεται ως προϋπόθεση από το νόμο, αλλ΄ ούτε καν νοείται στη συγκεκριμένη περίπτωση.

4. Η διάταξη της παρ. 12 του άρθρου 69 είναι δεσμευτική.

Όπως εύκολα καθένας μπορεί να διαπιστώσει από το περιεχόμενο της παρ. 12 του άρθρου 69 («12. Σε περίπτωση κατά την οποία παραβιασθεί ………………………., η ομάδα της αποβάλλεται από το πρωτάθλημα, με απόφαση του οικείου δικαιοδοτικού οργάνου, το οποίο επιλαμβάνεται ………………………………………………», ο νόμος ρυθμίζει με απολύτως συγκεκριμένο και επιτακτικό τρόπο το ζήτημα, ορίζοντας υποχρεωτικά ως ποινή την αποβολή απ΄ το πρωτάθλημα, χωρίς να αφήνει κανένα απολύτως περιθώριο στο οικείο δικαιοδοτικό όργανο ν΄ αποφασίσει διαφορετικά (μη επιτρέποντας δηλαδή καθόλου ούτε τη μη επιβολή ποινής ούτε την επιβολή άλλης ποινής).  Δεν ευσταθεί συνεπώς καθόλου η σχετική ερμηνευτική προσέγγιση της ΠΠΕ περί μη δεσμευτικότητας, αφού οποιαδήποτε τέτοια προσέγγιση θα είχε ως αποτέλεσμα -όπως συμβαίνει και εν προκειμένω- να παραβιάσει ευθέως το ανωτέρω ρητό γράμμα της συγκεκριμένης διάταξης.

5. Η οφειλόμενη εφαρμογή του νόμου δεν εξαρτάται καθόλου από τη διατύπωση του διαβιβαστικού μέρους της έκθεσης της ΕΕΑ.

Προκειμένου να δικαιολογήσει την αθωωτική κρίση της, η ΠΠΕ επικαλείται και μία φράση από το απόσπασμα της απόφασης-έκθεσης της ΕΕΑ που της διαβιβάστηκε: «η Επιτροπή διαβιβάζει την παρούσα απόφασή της ως «Έκθεση» κατά την έννοια της προαναφερόμενης διάταξης στο αρμόδιο δικαιοδοτικό όργανο για να πράξει τα δέοντα και ειδικότερα για να αποφανθεί ως αρμόδιο όργανο για το θέμα της αποβολής ή μη.»

Είναι όμως προφανές ότι η οποιαδήποτε διατύπωση -όσο ατυχής ή και εσφαλμένη ακόμη κι αν είναι- χρησιμοποιείται στο τέλος του αποσπάσματος της απόφασης της ΕΕΑ που ως έκθεση διαβιβάζεται στην ΠΠΕ, δεν είναι επ΄ ουδενί δυνατόν ν”  αλλάζει όσα ο νόμος δεσμευτικά προβλέπει για τη συγκεκριμένη περίπτωση. Ιδίως μάλιστα όταν, όπως συμβαίνει εν προκειμένω, αυτή η διατύπωση δεν ανήκει στο καθεαυτό σώμα της απόφασης που ελήφθη, ούτε καν συνάδει με το σκεπτικό της, αλλά περιέχεται ουσιαστικά μόνο στο διαβιβαστικό μέρος του εγγράφου που απεστάλη.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση, ειδικότερα, απ΄ όλο το περιεχόμενο της απόφασης-έκθεσης της ΕΕΑ, δεν καταλείπεται η παραμικρή αμφιβολία ότι πράγματι η ΕΕΑ κατέληξε στη διαπίστωση της παραβίασης και τη συνδρομή των προϋποθέσεων εφαρμογής της διάταξης της παρ. 12 του άρθρου 69: «Τέλος, δεδομένου ότι, όπως προκύπτει από το σύνολο των στοιχείων, η τελεσθείσα παράβαση έλαβε χώρα ………………………………, συντρέχει η περίπτωση της παραγράφου 12 του άρθρου 69 του ν. 2725/99 και, συνεπώς, η Επιτροπή διαβιβάζει την παρούσα απόφασή της ως «Έκθεση» κατά την έννοια της προαναφερόμενης διάταξης…»

6. Η έκθεση της ΕΕΑ δεσμεύει την ΠΠΕ ως προς τη διαπίστωση της παράβασης.

Όπως προαναφέρθηκε, η παρ. 12 του άρθρου 69 ορίζει: «Σε περίπτωση κατά την οποία παραβιασθεί κάποια από τις διατάξεις των προηγούμενων παραγράφων με υπαιτιότητα των οργάνων της ΑΑΕ, η ομάδα της αποβάλλεται από το πρωτάθλημα, με απόφαση του οικείου δικαιοδοτικού οργάνου, το οποίο επιλαμβάνεται ύστερα από έκθεση της Επιτροπής Επαγγελματικού Αθλητισμού ή μετά από προσφυγή όποιου έχει έννομο συμφέρον.» Όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της διάταξης, την κατάστρωσή της και τη χρονική αλληλουχία των όσων προβλέπει, περιθώριο νέας επί της ουσίας διερεύνησης της υπόθεσης από το αρμόδιο δικαιοδοτικό όργανο δεν υφίσταται.

Η διερεύνηση γίνεται από την ΕΕΑ, η οποία, εφόσον διαπιστώσει ότι έχει συντελεσθεί η παράβαση και συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της παρ. 12, συντάσσει και αποστέλλει τη σχετική έκθεση προκειμένου το οικείο δικαιοδοτικό όργανο να επιβάλλει την ποινή της αποβολής απ΄ το πρωτάθλημα (την οποία δεν μπορεί να επιβάλλει η ΕΕΑ, διότι πρόκειται για αθλητικής φύσεως κύρωση, γι αυτό και παρεμβάλλεται για την επιβολή της όργανο του ποδοσφαίρου, που ενεργεί όμως κατά δέσμια αρμοδιότητα).

Ο νόμος δεν προβλέπει -νέα- επί της ουσίας διερεύνηση της υπόθεσης απ΄ το αρμόδιο δικαιοδοτικό όργανο και υπάρχει λόγος γι αυτό: την αποκλειστική αρμόδιότητα για τον έλεγχο του προσώπου των μετόχων και όλων των σχετικών προϋποθέσεων, απαγορεύσεων και περιορισμών, ο νομοθέτης, μ” ένα ευρύ πλέγμα διατάξεων (στις οποίες, χαρακτηριστικά, περιλαμβάνονται και οι διατάξεις που προβλέπουν την υποχρέωση λήψης προηγούμενης άδειας απ΄ την ΕΕΑ για την απόκτηση μετοχών), την έχει αναθέσει στην ΕΕΑ, αρμοδιότητα η οποία μάλιστα βρίσκεται στον πυρήνα της αποστολής της. Αντίθετα, στους ελέγχους που σχετίζονται με την κτήση της ιδιότητας του μετόχου αθλητικής ανώνυμης εταιρείας, καμία απολύτως εμπλοκή δεν έχουν τα όργανα του ποδοσφαίρου. Δεδομένου λοιπόν ότι η διάταξη (άρθρο 69 παρ. 12) η οποία προβλέπει την ποινή για την οποία γίνεται λόγος εν προκειμένω αφορά αποκλειστικά σε παραβιάσεις του νόμου σχετικά με το πρόσωπο των μετόχων, είναι απολύτως εύλογο η σχετική διερεύνηση να έχει ανατεθεί από το νομοθέτη αποκλειστικά στην καθ”  ύλην αρμόδια ΕΕΑ, μη προβλέποντας καμία απολύτως δυνατότητα νέας διερεύνησης της υπόθεσης εκ μέρους του δικαιοδοτικού οργάνου του ποδοσφαίρου. Όχι μόνο γιατί δεν είναι αρμόδιο, αλλά και γιατί, σε αντίθετη περίπτωση, θα υπήρχε ο κίνδυνος να εκδοθούν τελικά και να συνεχίζουν ανεξάρτητα και εκ παραλλήλου να ισχύουν δύο αντίθετες επί της ουσίας αποφάσεις, κάτι που θα ήταν νομικά άτοπο και το οποίο δεν θα ήταν βέβαια δυνατό να έχει επιτρέψει ο νομοθέτης, ιδίως σ΄ ένα τέτοιας μέγιστης σημασίας ζήτημα, όπως αυτό, της διαφάνειας του ιδιοκτησιακού καθεστώτος των αθλητικών ανωνύμων εταιρειών και των συνεπειών σε περίπτωση παραβίασης των σχετικών διατάξεων.

Αντίθετα, λοιπόν, με αυτό που διαλαμβάνεται στην απόφαση της ΠΠΕ, η εκάστοτε έκθεση της Ε.Ε.Α. που διαπιστώνει παραβάσεις και ανάγκη εφαρμογής της παρ. 12 του άρθρου 69, δεσμεύει το αρμόδιο δικαιοδοτικό (πειθαρχικό) όργανο.

7. Περί της εικονικότητας

Επειδή στην προκειμένη περίπτωση η εικονικότητα στο πρόσωπο των μετόχων είναι προφανής και εγγράφως ομολογημένη, η αμφισβήτησή της από θεσμοθετημένο όργανο του ποδοσφαίρου αποτελεί επικίνδυνο νομολογιακό προηγούμενο για οποιαδήποτε αντίστοιχη περίπτωση στο μέλλον, όπου θα είναι πραγματικά δύσκολο να υπάρξουν ξανά τόσα πολλά και ισχυρά στοιχεία. Γι αυτό και είναι σκόπιμη η παραπομπή στην απόφαση – έκθεση της ΕΕΑ, η οποία είναι απόλυτα εμπεριστατωμένη ως προς το ζήτημα αυτό. Επειδή μάλιστα η ΠΠΕ δεν παραθέτει ούτε λαμβάνει υπόψη της κάποια κρίσιμα σημεία της, θ΄ αναφερθούμε σε δύο χαρακτηριστικά από αυτά.

Το πρώτο σχετίζεται με το προαναφερόμενο από 17.12.2013 ιδιωτικό συμφωνητικό, στο οποίο ρητά ομολογείται ο δια παρενθέτων προσώπων και με εικονικές μεταβιβάσεις έλεγχος της ΠΑΕ από τα δύο συγκεκριμένα συμβαλλόμενα σ΄ αυτό πρόσωπα, με τη μεταξύ τους σταθερή συμφωνηθείσα αναλογία 65-35%. Για πρώτη φορά ενώπιον της ΕΕΑ, κατά την έρευνα της υπόθεσης, η πλευρά της εμπλεκόμενης ΠΑΕ εμφάνισε ένα άλλο συμφωνητικό (με φερόμενη ημερομηνία 23.12.2013), το περιεχόμενο του οποίου υποτίθεται ότι ακύρωνε το από 17.12.2013 συμφωνητικό, επιχειρώντας να δώσει μία άλλη εξήγηση στις δηλώσεις και συμφωνίες που το πρώτο περιείχε. Αυτό το υστερογενές συμφωνητικό δεν αξιολογήθηκε ως αξιόπιστο από την ΕΕΑ, όχι μόνο διότι δεν ήταν βέβαιης χρονολογίας (μπορούσε δηλαδή να έχει συνταχθεί οποτεδήποτε), αλλά και γιατί -ενδεχομένως επειδή η σύνταξή του έγινε απρόσεκτα και υπό πίεση- τα όσα αναφέρονταν σ”  αυτό δεν ήταν αρκετά για ν” αποκρούσουν την εικονικότητα που προέκυπτε και συνομολογείτο από το περιεχόμενο του συμφωνητικού της 17.12.2013, αφού καμιά αναφορά, διάψευση, εξήγηση κλπ δεν διελάμβαναν σε σχέση με το αρχικό Μνημόνιο Συνεργασίας, το οποίο όμως ήταν αυτό που περιείχε τη βασική συμφωνία των δύο και στο οποίο το από 17.12.2013 συμφωνητικό έκανε ρητή αναφορά. Οι σχετικές κρίσιμες σκέψεις της ΕΕΑ, ενώ περιέχονται στη διαβιβασθείσα απόφαση-έκθεσή της, δεν λαμβάνονται καθόλου υπόψη απ΄ την ΠΠΕ.

Το δεύτερο σημείο είναι η επίκληση εκ μέρους της ΠΠΕ διαφόρων προσκομισθέντων παραστατικών, απ” τα οποία προέκυπτε ότι στο πλαίσιο αυξήσεων μετοχικού κεφαλαίου της εν λόγω ΠΑΕ, κατατέθηκαν στον τραπεζικό λογαριασμό της διάφορα σημαντικά ποσά (εκατοντάδων χιλιάδων ευρώ) με καταθέτη -εντολέα τον φερόμενο ως εικονικό κατά την ΕΕΑ μέτοχο της συγκεκριμένης ΠΑΕ, από αυτές δε  κυρίως τις καταβολές, η ΠΠΕ συμπεραίνει ότι η εκδοχή της «εικονικότητας» μάλλον διαψεύδεται παρά επιβεβαιώνεται. Παρέλειψε όμως κι εδώ η ΠΠΕ, προτού βιαστεί να προχωρήσει σ”  αυτό το συμπέρασμα,  να λάβει υπόψη της όσα ειδικώς επί τούτου αναφέρονται στη διαβιβασθείσα απόφαση- έκθεση της ΕΕΑ, ότι δηλαδή, από τον φερόμενο ως μέτοχο, «ουδέν απολύτως στοιχείο –λ.χ. αποδεικτικά ανάληψης από τραπεζικούς λογαριασμούς- προσκομίσθηκε στην Επιτροπή, παρότι ζητήθηκε, απ΄ το οποίο να αποδεικνύεται ότι οι καταθέσεις που φέρεται (υποχρεωτικά, αφού αυτός εμφανιζόταν ως μέτοχος) να έκανε στο πλαίσιο αυξήσεων μετοχικού κεφαλαίου της ΠΑΕ Α.Ο. ΚΑΣΣΙΟΠΗ προέρχονταν από δικά του χρήματα».

Τέλος, χρήσιμο είναι και ένα σχόλιο στο παρακάτω σημείο της απόφασης της ΠΠΕ: «Η παραδοχή ότι διά της φερόμενης εικονικότητας επιχειρήθηκε να καταστρατηγηθεί η διάταξη …………….η οποία ορίζει : «Μέλη της διοίκησης καθώς και μέτοχοι, πλην του ιδρυτικού αθλητικού σωματείου, κατέχοντες ποσοστό τουλάχιστον 10% του μετοχικού κεφαλαίου της Π.Α.Ε. που αποφασίζει κατά τη διαδικασία της περιπτώσεως α” της παραγράφου αυτής τη λύση της, δεν δικαιούνται συμμετοχής σε Π.Α.Ε., Τ.Α.Π. ή αθλητικό σωματείο επί μία δεκαετία από τη λύση της Π.Α.Ε.», ακόμη και αν θεωρηθεί βάσιμη, δεν μπορεί να οδηγήσει σε αποβολή της διωκόμενης ΠΑΕ κατ’ άρθρο 69 παρ. 12 του Ν. 2725/1999, διότι, …………….για την εφαρμογή της παρ. 12 απαιτείται η διαπίστωση της παραβίασης κάποιας εκ των διατάξεων των παρ. 1-11 του άρθρου αυτού και όχι η οποιαδήποτε παραβίαση, οποιασδήποτε διατάξεως της αθλητικής νομοθεσίας.  Άλλωστε, η προαναφερθείσα διάταξη της παρ. 5 εδ. β. του άρθρου 2 του Ν. 3372/2005 έχει θεσπιστεί για να λειτουργεί ως αντικίνητρο για τη λύση μίας ΠΑΕ, την θέση της σε στάδιο εκκαθαρίσεως και την κάθοδό της στη Γ΄ Εθνική Κατηγορία και όχι για την καταπολέμηση της «πολυϊδιοκτησίας», η οποία, όπως αναφέρθηκε πιο πάνω στη μείζονα σκέψη, αποτελεί τη λειτουργική στόχευση και το ρυθμιστικό πλαίσιο του άρθρου 69 του Ν. 2725/1999.». Δυστυχώς, και στο σημείο αυτό η ΠΠΕ σφάλλει. Πέραν του ότι, βεβαίως, κατά τα προαναφερόμενα, η καταπολέμηση της πολυιδιοκτησίας δεν αποτελεί τη (μοναδική) λειτουργική στόχευση και το ρυθμιστικό πλαίσιο του άρθρου 69 του Ν. 2725/1999, η σημαντική παρανόηση στην οποία η απόφαση της ΠΠΕ υποπίπτει με τα ανωτέρω είναι άλλη: Το νομικό κώλυμα συμμετοχής στη νέα ΠΑΕ που είχε το συγκεκριμένο πρόσωπο (επειδή ήταν   μεγαλομέτοχος και στην προηγούμενη ΠΑΕ και δεν είχε παρέλθει η δεκαετία) ήταν ο λόγος για τον οποίο σχεδίασε και μετείλθε αυτή την εικονικότητα και όχι η νομική παράβαση για την οποία πρέπει να επιβληθεί η ποινή της αποβολής απ΄ το πρωτάθλημα. Η ποινή αυτή πρέπει να επιβληθεί διότι, εξαιτίας της ύπαρξης του προαναφερόμενου κωλύματος, υπήρξε ευθεία καταστρατήγηση των διατάξεων του άρθρου 69 του αθλητικού νόμου, που αφορούν στο πρόσωπο των μετόχων και επιβάλλουν τη διαφάνεια στο ιδιοκτησιακό καθεστώς των αθλητικών ανωνύμων εταιρειών. Αυτές οι διατάξεις παραβιάσθηκαν, όπως αναλυτικά εξηγείται παραπάνω, και γι αυτές πρέπει να επιβληθεί η ποινή της παρ. 12.

8. Περί της υπαιτιότητας των οργάνων της ΠΑΕ

Όπως προκύπτει από τη διάταξη της παρ. 12 του άρθρου 69, για την εφαρμογή της και την επιβολή της ποινής της αποβολής απ΄ το πρωτάθλημα απαραίτητη προϋπόθεση είναι η ύπαρξη υπαιτιότητας των οργάνων της συγκεκριμένης ΑΑΕ. Επειδή, ως προς το θέμα αυτό, επίσημα στοιχεία από την ίδια την αθλητική εταιρεία είναι αδύνατον ποτέ να υπάρχουν (αφού η εικονικότητα είναι εξ αρχής και εκ φύσεως ασύμβατη με την τυπική, επίσημη, λειτουργία και τα βιβλία και στοιχεία της εταιρείας, αλλιώς δεν θα επρόκειτο για εικονικότητα), για την αναζήτηση της παραπάνω απαιτούμενης από το νόμο υπαιτιότητας πρέπει κανείς να ερευνήσει κυρίως τη σχέση των ίδιων των εμπλεκομένων προσώπων με τα όργανα της εταιρείας.

Όταν, λοιπόν, εν προκειμένω, όπως διαπιστώνει η ΕΕΑ στην απόφαση- έκθεσή της, τα δύο βασικά εμπλεκόμενα πρόσωπα, τα οποία είχαν συνάψει και το από 17.12.2013 συμφωνητικό, κατά τη συμφωνία τους έλεγχαν το 100% του μετοχικού κεφαλαίου (65% – 35%), άρα και της Γενικής Συνέλευσης (που είναι το ανώτατο όργανο κάθε εταιρείας) της εν λόγω ΠΑΕ, ενώ ο ένας απ΄ αυτούς -ο άλλος, λόγω του προαναφερόμενου κωλύματος, δεν μπορούσε να εμφανίζεται- κατείχε τις ιδιότητες και του Προέδρου και του Διευθύνοντος Συμβούλου, δεν μπορεί να καταλείπεται η παραμικρή αμφιβολία περί του ότι συντρέχει το στοιχείο της υπαιτιότητας οργάνων της εταιρείας το οποίο απαιτεί ο νόμος.

Επομένως, εύλογα ερωτηματικά προκαλεί η κρίση της ΠΠΕ περί μη υπαιτιότητας των οργάνων της ΠΑΕ και η σχετική αναφορά της για «ανυπαρξία επαρκών αποδείξεων» (όταν μάλιστα η ΕΕΑ, πέραν των προαναφερομένων, προσθέτει, ως εκ του περισσού, ότι και άλλα πρόσωπα της διοίκησης προέκυψε ότι ήταν ελεγχόμενα από τους δύο προαναφερόμενους). Τα ερωτηματικά μάλιστα αυτά γίνονται εντονότερα διαβάζοντας στην απόφαση της ΠΠΕ ότι το γεγονός ότι στο από 17.12.2013 συμφωνητικό ο ένας από τους δύο συμβληθέντες ήταν ταυτοχρόνως Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλός της ΠΑΕ «δεν αρκεί για να θεωρηθεί ότι εκπροσωπούσε οργανικά την εν λόγω ΠΑΕ και ότι λειτουργούσε κατ’ άρθρο 71 ΑΚ ως όργανό της, στο πλαίσιο των ανατεθέντων σε αυτόν καθηκόντων, εφόσον δεν συναλλάχθηκε υπό την ιδιότητά του αυτή και δεν το υπέγραψε υπό την εταιρική σφραγίδα» (!). Περιττεύει, νομίζουμε, κάθε σχολιασμός.

9. Το άρθρο 69 του αθλητικού νόμου δεν επιτρέπει την απόκτηση μετοχών δια παρενθέτων προσώπων

Η απόφαση της ΠΠΕ, έχοντας ασφαλώς επίγνωση ότι στη συγκεκριμένη υπόθεση τα πραγματικά περιστατικά δεν επιδέχονται σοβαρή αμφισβήτηση, προκειμένου να ισχυροποιήσει τη νομική της επιχειρηματολογία, ανεξαρτήτως προθέσεων καταλήγει σε θέσεις αληθινά επικίνδυνες για την έννομη τάξη στο χώρο του επαγγελματικού αθλητισμού. Παραθέτουμε αυτούσιο το πλέον χαρακτηριστικό απόσπασμα, το οποίο αποτελεί την επιτομή του κινδύνου για τον οποίο γίνεται λόγος αμέσως παραπάνω: «Εντούτοις, το επικαλούμενο προς εφαρμογή άρθρο 69 δεν απαγορεύει γενικώς την απόκτηση διά παρενθέτου προσώπου μετοχών μίας Α.Α.Ε. Το άρθρο αυτό απαγορεύει και τιμωρεί, πράγματι αυστηρότατα, την δια παρενθέτου προσώπου απόκτηση μετοχών, όταν με τη μέθοδο αυτήν επιχειρείται να καταστρατηγηθεί η απαγόρευση της πολυϊδιοκτησίας (βλ. παρ. 9 του άρθρου αυτού). Αν η δια παρενθέτου προσώπου απόκτηση μετοχών γίνεται για λόγους καταστρατήγησης άλλων διατάξεων της αθλητικής νομοθεσίας, τότε η προσφυγή στο άρθρο 69 και στην κύρωση που αυτό προβλέπει στην παρ. 12 δεν είναι ούτε αυτονόητη νομικά, ούτε φυσικά βάσιμη από νομικής απόψεως. Στις περιπτώσεις αυτές θα πρέπει να αναζητούνται στο πλαίσιο της αθλητικής νομοθεσίας και του αθλητικού πειθαρχικού δικαίου άλλες έννομες συνέπειες (π.χ. η ανάκληση της χορηγηθείσας άδειας μεταβίβασης μετοχών, όπως άλλωστε συνέβη και εν προκειμένω) και, πάντως, η προσφυγή στην παρ. 12 του άρθρου 69 για  κάθε έστω και «σοβαρή» ή «βαρεία» παράβαση των διατάξεων του αθλητικού νόμου περί του προσώπου των μετόχων είναι νομικά αβάσιμη, αν η παράβαση αυτή δεν έχει τελεστεί για τη συγκάλυψη πολύϊδιοκτησιακών σχημάτων και μεθοδεύσεων. Σε κάθε περίπτωση, η δια παρενθέτου προσώπου τελουμένη δικαιοπραξία, δεν είναι εικονική αλλά σοβαρή και τα αποτελέσματά της επέρχονται, όπως γενικώς επί εμμέσου αντιπροσωπεύσεως, στο πρόσωπο του παρένθετου προσώπου (βλ. επ’ αυτού, καθώς και για τη διάκριση μεταξύ εικονικότητας και δια παρενθέτου προσώπου τελουμένης δικαιοπραξίας σε Γεωργιάδη Σταθόπουλου, ΑΚ, κατ’ άρθρο ερμηνεία, τόμος Ι, σελ. 207, πλ. αρ. 16). Έτσι, επί παραδείγματι, δεν εμπίπτει σαφέστατα στο ρυθμιστικό πεδίο του άρθρου 69 παρ. 12 η περίπτωση ενός προσώπου το οποίο, χωρίς να φέρει κάποιο από τα κωλύματα της παρ. 9 του άρθρου αυτού, δηλαδή χωρίς να είναι μέτοχος άλλης Α.Α.Ε., ούτε μέλος ή διοικητικής νομικού προσώπου που συμμετέχει σε κεφάλαιο άλλης Α.Α.Ε. κ.λπ. αποκτά μετοχές μίας Α.Α.Ε. δια παρενθέτου προσώπου, για λόγους επαγγελματικούς, ή οικογενειακούς ή κοινωνικούς.»

Όλα τα παραπάνω αποτελούν όμως απόλυτη διαστρέβλωση των διατάξεων του νόμου, ο οποίος αυτό που πρωταρχικά σε όλες τις περιπτώσεις απαιτεί είναι η ταυτότητα του προσώπου του μετόχου, του αληθούς μετόχου, βεβαίως (γι αυτό, άλλωστε, και η απαίτηση του νόμου για ονομαστικές μετοχές και ονομαστικοποίηση μέχρι τελικού φυσικού προσώπου, όταν πρόκειται για απόκτηση μετοχών από νομικά πρόσωπα). Άλλως, αν αποκρύπτεται ο αληθινός μέτοχος, όλα τα υπόλοιπα (προϋποθέσεις, απαγορεύσεις, περιορισμοί) αυτονοήτως καθίστανται κενό γράμμα και ο χώρος του επαγγελματικού αθλητισμού ανεξέλεγκτος στις ορέξεις του κάθε επιτήδειου.

10. Υπάρχει ελπίδα

Η απόφαση της ΠΠΕ ελήφθη κατά πλειοψηφία (2-1). Στην άποψη της μειοψηφίας (μειοψήφισε ο δικηγόρος κ. Γ. Στεφανάκης), η οποία παρατίθεται  στην απόφαση συγκροτημένα, με πληρότητα και σαφήνεια, μπορεί κάθε ενδιαφερόμενος να καταλάβει γιατί στην υπόθεση αυτή έπρεπε δίχως άλλο να επιβληθεί η ποινή της παρ. 12 του άρθρου 69 του αθλητικού νόμου.

Δυστυχώς, όπως συνήθως συνέβαινε και ακόμη και σήμερα συμβαίνει, πίσω από τις διακηρύξεις όλων για την ανάγκη εξυγίανσης στο χώρο του αθλητισμού, για την επιβολή του νόμου, την πάταξη της διαφθοράς κλπ, αθλητικοί παράγοντες και τοπικά πολιτικά στελέχη, μητροπολίτες και μεγαλόσχημοι βουλευτές, οικονομικά ισχυροί και γνωστά κυκλώματα, κάνουν συχνά ότι μπορούν για να μην εφαρμοσθεί ο νόμος στην υπόθεση που τους ενδιαφέρει.

Και, καλοί οι νόμοι και οι Επιτροπές, στο τέλος όμως όλα τα κάνουν οι άνθρωποι. Γι αυτό, δυστυχώς, τελικά, οι προσωπικές στάσεις κάποιων ανθρώπων, αυτές οι μειοψηφίες, συνεχίζουν ν”  αποτελούν τη μοναδική ελπίδα για την επικράτηση της νομιμότητας σ΄ αυτή τη χώρα. Όταν γίνουν πλειοψηφία.

Πηγή: www.soccerplus.gr